Παρασκευή, 21 Μαρτίου 2008

ΜΑΤΩΜΕΝΟ ΔΙΣΤΙΧΟ

Το κόκκινο χάλασε
Τώρα πουλάνε και αγοράζουν μόνο αίμα .

Νίκος Παπατζέλος
ΝΙΚΗΦΟΡΟΣ ΒΡΕΤΤΑΚΟΣ

ΟΛΟΝΥΧΤΙΑ

Δε με κατάλαβες' όλη τη νύχτα
ήμουνα πλάι σου, προσπαθούσα να κλείσω
τα παράθυρα, πάλευα - όλη νύχτα.
Ο αγέρας επέμενε.
Άπλωσα τότε
τις παλάμες μου πάνω σου σαν
δύο φύλλα ουρανού, και σε σκέπασα.
Έπειτα βγήκα στον εξώστη και κοίταζα
Δίχως χέρια τον κόσμο.

Από τη συλλογή "ΤΟ ΒΑΘΟΣ ΤΟΥ ΚΟΣΜΟΥ (1961)"

Με εκτίμηση,

Διαμαντή Χρυσοβαλάντη,
Μεταπτυχιακή Φοιτήτρια ΠΤΔΕ, Κατεύθυνση Λογοτεχνίας.
ΔΙΑΔΡΟΜΕΣ

Διαδρομές
σε ροδίζουσες αυγές
απλήρωτων ονείρων
και στάσεις
αχνών ελπίδων
που αιωρούνται
σε Ιστορία αιώνων
Μετρώ τις ανάσες μου
με πήλινη κλεψύδρα
στις καμάρες της Αριστοτέλους
κι ακουμπώ τη ψυχή μου
σε ρομφαία Αρχαγγέλου
περιμένοτας σε πλάτωμα πύργου
το νεύμα μιας ακόμα διαδρομής

Aνδρέας Κ.
Ανθισμένος Καβάφης

Στη νέα αυτή Αλεξάνδρεια θερμή, βαθιά
Εικόνα ενός ασύλητου φάρου
Στα χέρια ποιήματα, στα πόδια ποιήματα, στα χείλη
Κοινωνία πνεύματος, πλατωνική νηνεμία
Κι η θάλασσα, απλωμένη στο ύφασμα
Μόνη κι αιώνια μουσκεύει τον πορφυρό φωτισμό
Ενός αιώνα ελάχιστου
Κι η γη αναστήθηκε στους βραχίονες
Άνθισαν οι άνθρωποι στη θέα της αιχμής

Βασιλική Τσάιτα-Τσιλιμένη
Φοιτήτρια του Τμήματος Φιλολογίας στο ΑΠΘ
ΡΑΒΩ ΤΑ ΟΝΕΙΡΑ ΜΕΛΙΑ ΚΑΙ ΤΑ ΠΕΡΝΩ ΣΤ' ΑΔΡΑΧΤΙ

Μ' ένα χταπόδι κόκκινο στην άκρη των χειλιών
Και με το στίχο της ελιάς στης τρίαινας τη μύτη

Με κείνο το ολάνθιστο κλείστρο των ταπεινών
Και με σταγόνες αρμυρές στο πυρωμένο στήθος

Με δυο κορδόνια ασφυχτικά στις σχάρες του μυαλού
Και με μελάνη σινική στην αύρα του πελάγου

Μ' ένα γαρύφαλο στο στόμα της ελπίδας
Κι ένα σταυρό στο μάγουλο της πίκρας

Μ' ένα χορό αγαρηνό στου ορίζοντα τη στέψη
Κια μιαν αξίνα τρυφερή στις μυρωδιές του κόσμου

Με δυο τροχούς ιωνικούς αδιάκοπα να γράφουν
Ολόγυρα απ' τη ζωή ορθές γωνίες σκέψης

Με πυρετό πυρηνικό στον άξονα του στοχασμού
Και μέγγενη ασφυχτική στους θύλακες του ωραίου

Με βήματα αρχαϊκά στο θυρεό της γλώσσας
Και μια απλωμένη αίσθηση στο θρόνο του απείρου

Μ' αίμα πολύ θυσανωτό αστέρευτα να τρέχει
Και ξέχειλο να σ' ακουμπά στο δέρμα της αγάπης

Με λόγια κύματα βουνά βότσαλα γαλαξίες
Κι έναν απέραντο θυμό στο χρώμα της σοφίας.

Κυρ-Παπ

Εσύ πάντα θα επιλέγεις
Το χρόνο και το χώρο
που θα συναντηθείς με το ποίημα
Σε κανέναν μην αποκαλύψεις
τη μυστική σας συνομιλία
Ούτε τους ασπασμούς
και τις θωπείες που ανταλλάχτηκαν

Μόνο μέσα από μια συνουσία ανάγνωση
Ερμηνεύονται οι χρησμοί του ποιήματος.
............
Είναι ποιήματα
που σε πιάνουν από το χέρι
και σε οδηγούν
σε μια σκοτεινή γωνιά
Πάνω στον ώμο τους
γέρνεις και κλαις.
.............
Στις αίθουσες αναμονής της λύπης
Γράφονται τα ποιήματα.
..............
Οι ποιητές
ανταλλάσσουν μαρτυρικούς θανάτους
με τις στιγμές.
..............
Υπάρχουν ποιήματα
που αυταρχικά απαιτούν
αιμοδιψή δάκρυα ανάγνωσης
Από το βιβλίο του Γιάννη Τόλια, "Αμαρτολόγιο"


Ποίηση
Αρένα των στιγμών
Όπου οι μάρτυρες της γραφής
Κατασπαράζονται από τα θηρία των αισθήσεων


Η ΛΥΣΙΚΟΜΟΣ ΠΟΙΗΤΙΚΗ ΚΟΡΗ

Το ποίημα πρέπει να το αφήνεις στο συρτάρι σου
να ωριμάζει
να σιτεύει.

Κάτω από το αδύναμο φως
των νυχτολούλουδων λύχνων
να χτενίζεις τα ξέπλεκα μαλλιά του.

Να αφαιρείς
Να συμπυκνώνεις
Περπατώντας στο δρόμο να φωνάζεις μέσα σου
το ποίημα
Κάθε μέρα
Κάθε στιγμή

Να προσκρούεις αυτοκτονικά
πάνω στους ανέμους των λέξεων
Να καλλιεργείς το μυστικό ρυθμό
ακούγοντας τα υγρά σαξόφωνα της βροχής

Μόνο το πέρασμα του χρόνου σου δείχνει
πότε η λυσίκομος ποιητική κόρη
είναι έτοιμη να μας κοιτάξει άφοβα στα μάτια


ΕΤΣΙ ΠΕΘΑΙΝΕΙ ΤΟ ΠΟΙΗΜΑ

Έχει το ποίημα ζωή πριν από εμάς;
Μήπως το ποίημα είναι αρχέγονος σπόρος
που με τη γέννησή μας
ελπίζει κάποτε να σπαρθεί σε γόνιμος έδαφος;
Έχουμε εξουσία ζωής ή θανάτου επί του ποιήματος;
Εμείς διαλέξαμε το ποίημα ή αυτό εμάς;

Δια βίου μοχθούμε για την ανάπτυξη του ποιητικού δέντρου
Τις εποχές της ανομβρίας σταλάζουμε στις ρίζες του
το νάμα των δακρύων μας
Συλλέγουμε και γευόμαστε τους καρπούς του
Πλην κάποιων που για την απόκτηση μάταιου πλούτου
ενίοτε τους εκθέτουν προς πώληση

Κι όταν μας αγγίζουν οι μέρες των παγετών
οι αδύναμοι της αντοχής
τσακίζουν τα κλαδιά του
και τα καίνε για να ζεσταθούν

Τότε μόνο πεθαίνει το ποίημα

Υ.Γ.
Για να μάθεις να νοιώθεις, πρέπει η ποίηση να σε έχει σκοτώσει
και να σε έχει αναστήσει χίλιες φορές.




ΜΙΚΡΗ ΦΘΙΝΟΠΩΡΙΝΗ ΠΑΡΑΒΟΛΗ

Οι λέξεις ποτέ δεν καταδέχονται να ντυθούν με τα ρούχα που κάποιοι επιθυμούν.
Στα μάτια των ανυποψίαστων περιφέρονται ρακένδυτες.
Για τους θηρευτές όμως των αισθήσεων, ανεμίζουν τις έκπαγλες εβένινες δαντέλες τους
και χαρίζουν το στροβιλισμό ενός παθιασμένου χορού νοημάτων.
Δεν τις ελκύουν οι απαστράπτουσες δωρεές.
Με την απαράμιλλη δεξιότητα οδηγούν τα βήματά τους
στους μυρωδάτους κήπους
των ενδεών. Στο άνθος της πένας τους
αφήνουν τη γύρη της πιο μεθυσμένης
επιθυμίας


ΜΕ ΤΟ ΚΟΠΙΔΙ ΤΩΝ ΛΕΞΕΩΝ

Όλη τη νύχτα
σε χάραζα
με λέξεις δίκοπες
Δεν άφησα αγεωγράφητο
κανένα σημείο του κορμιού σου

Γιάννης Τόλιας

Δε γράφω πια ποιήματα.

Τώρα που γιορτάζουν
και την ποίηση
διερωτώμαι αν
σκέφτηκε κανείς αν
μες στους αλαλαγμούς των ημερών αν
υπάρχει χώρος ν' αποθέσει
την κραυγή της
ή το πένθιμο κλάμα της.

Δε γράφω πια ποιήματα.
Απλώς σκαλίζω μνήμες
και λέξεις-κενοτάφια.

Β. Δ. Αναγνωστόπουλος