Δευτέρα, 17 Μαρτίου 2008

Η ανοχύρωτη πόλη

Τις πύλες όταν άφησες της πόλης ανοιχτές
στους φόβους σου εφτάσανε,
βαθιά στα μυστικά σου.

Κι όταν θα μάθουν οι άνθρωποι,
ανάγκη να ξεχνούν,
μεγάλη από μέσα τους δύναμη
ξεσηκώνει,
σε πόλη ανοχύρωτη τρέχουν
για να σωθούν
και σπρώχνονται να φύγουνε,
πιο λίγα όσο γίνεται,
λιγότερα να μάθουν.

Κι εσύ είσαι ένας άνθρωπος
που τρέχει να σωθεί,
η πόλη ανοχύρωτη στους φόβους σου
που ξέρουν.



Έπλασα τους ανθρώπους

Έπλασα τους ανθρώπους χωρίς λόγια
και με τη σιωπή τους, κέρωσα το χρόνο,
όταν καμιά κουβέντα
δεν μπορούσε να σώσει τις περιστάσεις.

Σε μια αθόρυβη ανακατάταξη, χωρίς τείχη,
όλα πήραν το σχήμα μιας βαθιάς αποδοχής.
Κάτι σαν αυτό που ονομάζουμε,
φροντίδα, αντί καχυποψία,
διαπίστωση, αντί για καταστροφή,
προοπτική, αντί για οπισθοχώρηση,
ζωή, αντί για εγκατάλειψη,
αιωνιότητα, αντί για θάνατο.

Έπλασα τους ανθρώπους,
όπως τους είχε ανάγκη η ψυχή μου
κι όταν αμφισβήτησαν, τους άφησα ν' αρμενίζουν
στην πλάνη της ησυχίας τους
και συνέχισα να τους πλάθω, όπως τους ήθελα,
μα εκείνοι, δεν μ' έβλεπαν πια,
γιατί είχα υψώσει τα τείχη.

Χρυσούλα Δημητρακάκη

Δεν υπάρχουν σχόλια: