Παρασκευή, 21 Μαρτίου 2008

ΡΑΒΩ ΤΑ ΟΝΕΙΡΑ ΜΕΛΙΑ ΚΑΙ ΤΑ ΠΕΡΝΩ ΣΤ' ΑΔΡΑΧΤΙ

Μ' ένα χταπόδι κόκκινο στην άκρη των χειλιών
Και με το στίχο της ελιάς στης τρίαινας τη μύτη

Με κείνο το ολάνθιστο κλείστρο των ταπεινών
Και με σταγόνες αρμυρές στο πυρωμένο στήθος

Με δυο κορδόνια ασφυχτικά στις σχάρες του μυαλού
Και με μελάνη σινική στην αύρα του πελάγου

Μ' ένα γαρύφαλο στο στόμα της ελπίδας
Κι ένα σταυρό στο μάγουλο της πίκρας

Μ' ένα χορό αγαρηνό στου ορίζοντα τη στέψη
Κια μιαν αξίνα τρυφερή στις μυρωδιές του κόσμου

Με δυο τροχούς ιωνικούς αδιάκοπα να γράφουν
Ολόγυρα απ' τη ζωή ορθές γωνίες σκέψης

Με πυρετό πυρηνικό στον άξονα του στοχασμού
Και μέγγενη ασφυχτική στους θύλακες του ωραίου

Με βήματα αρχαϊκά στο θυρεό της γλώσσας
Και μια απλωμένη αίσθηση στο θρόνο του απείρου

Μ' αίμα πολύ θυσανωτό αστέρευτα να τρέχει
Και ξέχειλο να σ' ακουμπά στο δέρμα της αγάπης

Με λόγια κύματα βουνά βότσαλα γαλαξίες
Κι έναν απέραντο θυμό στο χρώμα της σοφίας.

Κυρ-Παπ

1 σχόλιο:

Ανώνυμος είπε...

Είναι νωρίς ακόμη μες στον κόσμο αυτόν, μ’ ακούς
Δεν έχουν εξημερωθεί τα τέρατα, μ’ ακούς
Το χαμένο μου αίμα και το μυτερό, μ’ ακούς
Μαχαίρι
Σαν κριάρι που τρέχει μες στους ουρανούς
Και των άστρων τους κλώνους τσακίζει, μ’ ακούς
Είμ’ εγώ, μ’ ακούς
Σ’ αγαπώ, μ’ ακούς
Σε κρατώ και σε πάω και σου φορώ
Το λευκό νυφικό της Οφηλίας, μ’ ακούς
Που μ’ αφήνεις, που πας και ποιος, μ’ ακούς

Σου κρατεί το χέρι πάνω απ’ τους κατακλυσμούς

Οι πελώριες λιάνες και των ηφαιστείων οι λάβες
Θα ‘ρθει μέρα, μ’ ακούς
Να μας θάψουν κι οι χιλιάδες ύστερα χρόνοι
Λαμπερά θα μας κάνουν πετρώματα, μ’ ακούς
Να γυαλίσει επάνω τους η απονιά, μ’ ακούς
Των ανθρώπων
Και χιλιάδες κομμάτια να μας ρίξει

Στα νερά ένα-ένα, μ’ ακούς
Τα πικρά μου βότσαλα μετρώ, μ’ ακούς
Κι είναι ο χρόνος μια μεγάλη εκκλησία, μ’ ακούς
Όπου κάποτε οι φιγούρες
Των Αγίων
Βγάζουν δάκρυ αληθινό, μ’ ακούς
Οι καμπάνες ανοίγουν αψηλά, μ’ ακούς
Ένα πέρασμα βαθύ να περάσω
Περιμένουν οι άγγελοι με κεριά και νεκρώσιμους ψαλμούς
Πουθενά δεν πάω, μ’ ακούς
Ή κανείς ή κι οι δύο μαζί, μ’ ακούς

Το λουλούδι αυτό της καταιγίδας και, μ’ ακούς
Της αγάπης
Μια για πάντα το κόψαμε
Και δε γίνεται ν’ ανθίσει αλλιώς, μ’ ακούς
Σ’ άλλη γη, σ’ άλλο αστέρι, μ’ ακούς
Δεν υπάρχει το χώμα, δεν υπάρχει ο αέρας
Που αγγίξαμε, ο ίδιος, μ’ ακούς

Και κανείς κηπουρός δεν ευτύχησε σ’ άλλους καιρούς

Από τόσον χειμώνα κι από τόσους βοριάδες, μ’ ακούς
Να τινάξει λουλούδι, μόνο εμείς, μ’ ακούς
Μες στη μέση της θάλασσας

Από μόνο το θέλημα της αγάπης, μ’ ακούς
Ανεβάσαμε ολόκληρο νησί, μ’ ακούς
Με σπηλιές και με κάβους κι ανθισμένους γκρεμούς
Άκου, άκου
Ποιος μιλεί στα νερά και ποιος κλαίει - ακούς;
Ποιος γυρεύει τον άλλο, ποιος φωνάζει - ακούς;
Είμ’ εγώ που φωνάζω κι είμ’ εγώ που κλαίω, μ’ ακούς
Σ’ αγαπώ, σ’ αγαπώ, μ’ ακούς.




Από το «ΤΟ ΜΟΝΟΓΡΑΜΜΑ» του ΟΔΥΣΣΕΑ ΕΛΥΤΗ